Τελευταία νέα...
Αρχική ΗΠΕΙΡΟΣ ΥΠ.ΕΛΛΑΔΑ ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΥΓΕΙΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΠΑΡΑΞΕΝΑ

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Επαγγέλματα που χάθηκαν: Τα ταμπάκικα των Ιωαννίνων

του Αποστόλη Δ. Καλαντζή.
Μέχρι και τη δεκαετία του ’40, σ’ όλο τον ελληνικό χώρο, οι ανάγκες των ανθρώπων εξυπηρετούνταν από παραδοσιακά επαγγέλματα. Στα Γιάννενα υπήρχαν διάφορες κατηγορίες επαγγελματιών όπως ραφτάδες, σαμαράδες, βαρελάδες, κουδουνάδες, σιδεράδες, ταμπάκηδες και άλλοι. Σε κάθε σημείο της πόλης υπήρχαν και τα ανάλογα εργαστήρια.
Ειδικότερα η βυρσοδεψία εμφανίστηκε στην πόλη των Ιωάννινων με τη μορφή της συντεχνιακής οργάνωσης από τον 17ο αιώνα και άκμασε μέχρι τα μισά του 20ου. Με τα επαγγέλματα των δερματεμπόρων, των σαμαράδων και των υποδηματοποιών, απασχολούνταν μεγάλη μερίδα του εργατικού δυναμικού της πόλης κι αυτό οφείλονταν στη βυρσοδεψία.

Τα ταμπάκικα
Μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Διονυσίου του φιλοσόφου, του επονομαζόμενου και Σκυλοσόφου το 1611, οι Οθωμανοί οδήγησαν τους Έλληνες κατοίκους του κάστρου των Ιωαννίνων σε έξωση. Οι καστρινοί  εγκαταστάθηκαν στις συνοικίες της Σιαράβας, της Καραβατιάς και της Καλούτσιανης, έξω από τα τείχη του κάστρου, δίνοντάς τους νέα πνοή. Στη συνοικία της Σιαράβας εγκαταστάθηκαν τα ταμπάκικα, δηλαδή, τα βυρσοδεψία. Ταμπάκικα έλεγαν τα βυρσοδεψεία και Ταμπάκους τους βυρσοδέψες. Τα ταμπάκικα ήταν όλα μαζεμένα στην ανατολική πλευρά του κάστρου, στην άκρη της λίμνης. Στο μέρος αυτό, από τη Σκάλα μέχρι τα σφαγεία, έστησαν το μαχαλά τους. Ήταν η ιστορική συνοικία της Σιαράβας που χρωστούσε το όνομά της σε κάποιον παλιό άρχοντα των Ιωαννίνων. Θεωρείται ότι είναι μία από τις πρώτες συνοικίες που δημιουργήθηκαν στην πόλη, όταν αυτή εξαπλώθηκε έξω από τα τείχη του κάστρου. Στην συνοικία αυτή λοιπόν υπήρχαν τα ταμπάκικα, δηλαδή τα εργαστήρια και οι κατοικίες των βυρσοδεψών.
14997154_934993306634838_131156306_nΤα κτίρια που  εργάζονταν οι ταμπάκοι – καμιά δεκαπενταριά όλα κι όλα –  ήταν λιθόκτιστα με τοξωτές πόρτες και δίπατα. Στο κάτω μέρος ήταν τα εργαστήρια και πάνω οι κατοικίες. Η επεξεργασία των δερμάτων γίνονταν με τον παραδοσιακό τρόπο. Πλανόδιοι τομαράδες αγόραζαν από τους χωριάτες τα τομάρια και τα πουλούσαν στους ταμπάκους. Αυτοί, μέσα στο νερό της λίμνης, τεζάριζαν τα τομάρια καλά σε ξύλινα τελάρα και τα καθάριζαν από τις τρίχες και τα λίπη. Στη συνέχεια και επί τρεις ως πέντε μέρες τα έριχναν μέσα σε λάκκους με ασβέστη για να φουσκώσουν οι ίνες και το δέρμα να γίνει παχύτερο.
Μετά τα ξέπλυναν, και τα έριχναν σε ξύλινες σκάφες με φλούδες από βελανιδιές και οξιές που είχαν τανίνη για να αργάσουν. Ακόμα και κόπρανα σκύλων έριχναν. Αυτά τα μάζευαν διάφοροι περιφερόμενοι τομαράδες, για να συμπληρώσουν το μεροκάματό τους, από αδέσποτα σκυλιά στα πάρκα και τους δρόμους. Ονομάζονταν «σκατατζήδες». Σκληρή δουλειά, βρόμικη και ανθυγιεινή που λίγοι μπορούσαν να την κάνουν. Ζούσαν όμως απ’ αυτή πολλές οικογένειες.
Η συντεχνία των Ταμπάκων ήταν η πιο κλειστή κοινωνική τάξη στην πόλη μετά του Εβραίους. Δυο δρόμους παραπάνω από τη Σιαράβα, είχαν τα μαγαζιά τους ξυλάδες, βαρελάδες, κουδουνάδες, σιδεράδες και άλλοι. Οι Ταμπάκοι δεν είχαν νταραβέρι μαζί τους. Διαφορές δεν είχαν, αλλά ούτε και πάρε-δώσε. Μια καλημέρα και τίποτα παραπάνω. Βλέπετε, οι άλλοι ήταν (ντασκαναραίοι) όπως τους έλεγαν, δηλαδή χωριάτες. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους κάτι το ξεχωριστό. Ένα Σιαραβινό δίστιχο λέει:
Σειούνται τα κλαριά, σιούνται τα πλατανόφυλλα
Να πάρουν το κακό , απ΄ όλα τα ταμπακόπυλα …
Ο Δημήτρης Χατζής κάνει μια θαυμάσια περιγραφή των ταμπάκικων και των Ταμπάκων στο εξαιρετικό διήγημά του «Ο Σιούλας, ο Ταμπάκος». Σε ένα σημείο σημειώνει:
«Οι κάτοικοι παινεύονταν πως ήταν από τους παλαιότερους κατοίκους αυτής της πόλης και πως ήταν όλοι τους αρχόντοι (καστρινοί), που τους πέταξαν οι Τούρκοι από το κάστρο ύστερα από την επανάσταση του Σκυλοσόφου, στα 1611.  Και στ’ αλήθεια μιλούσαν το ιδίωμα της πόλης καθαρότερα απ΄ όλους τους άλλους και κρατούσαν αμόλευτο το λεξιλόγιο και στη φωνητική του. Τα νταραβέρια τους ωστόσο με την πόλη ήταν λιγοστά. Σχεδόν ποτέ δεν ανέβαιναν (απάνω) στην πόλη αν δεν είχαν δουλειά. Καταφρονούσαν τους καινούργιους κατοίκους της και μπορεί να πει κανένας πως μήτε ήξεραν τους μαχαλάδες που φκιάσαν οι μικρασιάτικες πρόσφυγες. Έμεναν εκεί πίσω από το κάστρο, ένας κόσμος ξεχωριστός. Τελειωμένος…» 
Ο κόσμος των Ταμπάκων τελείωσε οριστικά τη δεκαετία του ’50 με τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της βυρσοδεψίας. Τα λιθόκτιστα κτίρια των Ταμπάκων αξιοποιήθηκαν σαν στέκια της νεολαίας, καφετέριες και εστιατόρια. Σήμερα στο χώρο αυτό, στην παραλίμνια περιοχή, βρίσκεται το πάρκο Κατσάρη, που φιλοξενεί τα παιδιά της γειτονιάς αλλά και πολιτιστικές δραστηριότητες. Είναι ένας χώρος αναψυχής για παιδιά και ηλικιωμένους με θέα τη λίμνη και βαριές αναμνήσεις περασμένων γενιών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Τελευταία Νέα